πέρᾱ

πέρᾱ
πέρᾱ, darüber hinaus, über einen gewissen Raum hinaus, weiter; ϑρασεῖα καὶ πέρα δίκης ἄρχω, über das Recht hinaus; τοῠ γὰρ εἰκότος πέρα ἄπεστι πλείω τοῠ καϑήκοντος χρόνου, = anders als wahrscheinlich, wider Erwarten; von der Zeit, οὐκέτι πέρα ἐπολιόρκησαν τὴν πόλιν, nicht länger; ἤδη δὲ πέρα μεσούσης τῆς ἡμέρας, über Mittag hinaus. Übertr., über ein gewisses Maß hinaus; ὃς τῶν ἐμῶν ἐχϑρῶν μ' ἔνερϑεν ὄντ' ἀνέστησας πέρα, du hast mich über meine Feinde erhoben, der ich ihnen unterlag; daher = übermäßig; ἄπιστα καὶ πέρα κλύειν, was über das Hören hinausgeht, mehr als man je gehört hat; πέρα ἀνϑρώπ ου, über den Menschen hinaus, über seine Kraft

Wörterbuch altgriechisch-deutsch . 2010.

Игры ⚽ Нужен реферат?

Schlagen Sie auch in anderen Wörterbüchern nach:

  • πέρα — πέρᾱ , πέρα beyond indeclform (adverb) πέρᾱ , πέρα beyond fem nom/voc/acc dual πέρᾱ , πέρα beyond fem nom/voc sg (attic doric aeolic) πέρᾱ , περάω 1 drive right through pres imperat act 2nd sg πέρᾱ , περάω 1 drive right through imperf ind… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Πέρα — Πέρᾱ , Πέρευς masc acc sg (attic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πέρα — ΝΑ επίρρ. 1. τοπ. επέκεινα κάποιου τοπικού ορίου, πιο μακριά από κάτι (α. «μένω πέρα από το ποτάμι» β. «Ἀτλαντικών πέρα φεύγειν ὅρών», Ευρ.) 2. χρον. α) επέκεινα κάποιου χρονικού ορίου, για περισσότερο καιρό («οὐκέτι πέρα ἐπολιόρκησαν», Ξεν.) β)… …   Dictionary of Greek

  • πέρα — επίρρ. τοπ. 1. μακριά απ εδώ, αντίκρυ. 2. φρ., «εκεί πέρα»· «πέρα δώθε»· «πέρα για πέρα», εντελώς …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • πέρᾳ — πέραι , πέρα beyond fem nom/voc pl πέρᾱͅ , πέρα beyond fem dat sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πέρα κόστα — η ναυτ. η ακτή που βρίσκεται πέρα από τον φυσικό ορίζοντα. [ΕΤΥΜΟΛ. < πέρα + κόστα «ακτή, παραλία» (< ιταλ. costa)] …   Dictionary of Greek

  • Περᾶ — Περεύς masc acc sg (attic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • περᾶ — περάω 1 drive right through pres subj act 1st sg (doric aeolic) περάω 1 drive right through pres ind act 1st sg (doric aeolic) περάω 2 fut ind act 1st sg (doric aeolic) περάω 2 pres subj act 1st sg (doric aeolic) περάω 2 pres ind act 1st sg… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • περᾷ — περάω 1 drive right through pres subj mp 2nd sg περάω 1 drive right through pres ind mp 2nd sg (epic) περάω 1 drive right through pres subj act 3rd sg περάω 1 drive right through pres ind act 3rd sg (epic) περάω 2 fut ind mid 2nd sg (epic) περάω… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Πέρα Βάχλια — Ορεινός οικισμός (... κάτ., υψόμ. 630 μ.), στην πρώην επαρχία Γορτυνίας του νομού Αρκαδίας. Υπάγεται στην κοινότητα Βάχλιας …   Dictionary of Greek

  • Πέρα Μέλανα — Κοινότητα (κάτ., υψόμ. 260 μ.). Βρίσκεται στην πρώην επαρχία Κυνουρίας, του νομού Αρκαδίας …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”